Κι άντε τώρα να μιλήσεις για τα καλά της κρίσης…

 Κι άντε τώρα να μιλήσεις για κάτι που δεν περιέχει μέσα του την οικονομική κρίση ή έστω να μιλήσεις για τα καλά που έφερε αυτή η κρίση χωρίς να σε πάρουν με τις ντομάτες…

Καθημερινά προσπαθώ να βρίσκω θέματα συζήτησης σε παρέες με φίλους και γνωστούς που να μη μιλάνε, τουλάχιστον άμεσα, για την κρίση. Και νιώθω πως εκτός από τους άλλους, στην προσπάθειά μου αυτή, κοροϊδεύω τον ίδιο μου τον εαυτό. Αφού, είναι λες και μεγαλώσαμε σε ένα θερμοκήπιο κρίσης. Ό, τι και να πούμε, όσο και να μιλήσεις για τις ακτίνες του ήλιου που μας φτιάχνουν τη διάθεση σε αυτό το θερμοκήπιο, τον καθαρό αέρα των λουλουδιών που έχουν μεγαλώσει ελεύθερα δε θα τον έχουμε ζήσει. Η κλεισούρα μέσα σ’ αυτή την κατάσταση γίνεται πάντα αισθητή.

Η αιτία για όλα αυτά δεν είναι ότι ξεχάσαμε πως είναι να ζεις ελεύθερος. Η αλήθεια είναι ότι ξεχάσαμε πώς είναι να ζεις χωρίς φόβο. Ο καθένας φτάνει μέχρι εκεί που του επιτρέπει η ζώνη άνεσής του. Κάναμε την ασφάλειά μας πολυτιμότερη από την ελευθερία μας και ίσως αυτό είναι που μας σκοτώνει λίγο-λίγο.

Που και που, έπιασα κι εγώ τον εαυτό μου να μιλάει με μεγάλα λόγια, ψευτοαισιόδοξα, για τα καλά που θα μπορούσε να φέρει αυτή η κατάσταση: «Η κρίση μπορεί να μας κάνει πιο αλληλέγγυους», «Θα έρθουμε όλοι πιο κοντά», «Θα αρχίσουμε να εκτιμάμε τα μικρά και σημαντικά»… Ναι, ανήκω κι εγώ σ’ εκείνους τους ρομαντικούς που στην αρχή τα πίστεψαν όλα αυτά. Πώς όλη αυτή η κατάσταση θα μας έβγαζε από το «εγώ» μας και θα μας έκανε να κοιτάξουμε γύρω μας, δίπλα μας και πιο βαθιά μέσα μας.

Όμως, όσο ο καιρός περνούσε, τόσο η ελπίδα για το καλύτερο μετατρεπόταν σε πικρή γεύση στο στόμα όποτε αποφάσιζα να ψελλίσω τις ίδιες ωραίες θεωρίες, και να παίρνει χρώματα όλο και πιο γκρίζα. Αποφάσισα, λοιπόν να μην υποστηρίξω ξανά κανένα από αυτά τα ωραία κλισέ. Στο κάτω-κάτω ποτέ δεν ήμουν πολιτικός ούτε ήθελα να γίνω. Μόνο άνθρωπος για τους ανθρώπους μου ήθελα να είμαι και ενεργό πολιτικό ον.

 Η κρίση δε μας βελτίωσε ως ανθρώπους. Απλά έφερε στην επιφάνεια ό, τι είχε ο καθένας σε περίσσευμα μέσα στην ψυχή του. Και είχε σμιλευτεί τόσο έντεχνα το «μέσα» των περισσότερων, ώστε τα περισσεύματά τους να είναι, κατά βάση, συναισθήματα και χαρακτηριστικά δυσάρεστα που συχνά τείνουν να γίνουν αρρωστημένα: αλαζονεία, ωχαδελφοσύνη, ζήλια, μιζέρια, η διάθεση ο ένας να «φάει» τον άλλον και να αυτοπροσδιορίζεται μόνο και πάντα σε σχέση με τον άλλο, η πεποίθηση ότι «όποιος δεν είναι μαζί μου είναι εναντίον μου» και «όποιος δε μου μοιάζει είναι κατώτερός μου», η καχυποψία για τους πάντες και τα πάντα.

Και τώρα τι; Όλοι οι υπόλοιποι που είναι; Πολλοί απ’ αυτούς έχασαν τη φωνή τους γιατί τους κατηγόρησαν ως αφελείς και άλλους τους πήρε η μπάλα κι έγιναν κι εκείνοι αλαζόνες, ωχαδελφιστές, ατομιστές, μίζεροι και δεν τους ξεχωρίζεις από το σωρό.

Στο μόνο που έχω να ελπίζω εγώ, και πολλοί σαν κι εμένα, είναι, εμείς οι «ρομαντικοί» που πιστέψαμε στο «καλύτερο που θα ερχόταν», που πιστέψαμε πως οι άνθρωποι θα γίνονταν πιο άνθρωποι και ότι το «εγώ» θα γινόταν «εμείς», να γίνουμε περισσότεροι.

Μόνο έτσι θα μείνω εδώ. Μόνο έτσι θα συνεχίσω να σπουδάζω εδώ, να ψάχνω για δουλειά εδώ, να δημιουργώ εδώ, να αγωνίζομαι εδώ, να βγαίνω με φίλους εδώ, να αγαπάω εδώ, να κλαίω και να γελάω εδώ. Να ονειρεύομαι εδώ. Να ελπίζω εδώ.

Μέχρι τότε –παραφράζοντας, λίγο, τον Gramsci- αφήστε με να «είμαι αισιόδοξη λόγω θέλησης και απαισιόδοξη λόγω ευφυΐας».

(Υ.Γ. «Ζητώ συγγνώμη που δεν κατάφερα να γράψω κάτι πιο σύντομο, αλλά δεν είχα αρκετό χρόνο» Αβραάμ Λίνκολν)

Creative Commons License


This work is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.

Advertisements

Στα Μικρά Καφέ

«Coffee» by Alexandra E Rust is licensed under CC BY 2.0 CC BY 2.0

Υπάρχουν στην Αθήνα κάτι μικρά καφέ που είναι σχεδόν αόρατα: χωμένα σε κάτι στενά σοκάκια και συχνά πιστεύεις ότι προσγειώθηκαν εκεί, από άλλη εποχή, κατά λάθος. Σ’ αυτά τα καφέ, με τους λίγους θαμώνες, εκτός από τα Σάββατα, πολλές φορές συναντάς ανθρώπους παράξενους. Αν τους έβλεπες στο δρόμο μπορεί να μη σου τραβούσαν το ενδιαφέρον μα εκεί μέσα παίρνουν άλλη υπόσταση. Σαν να γίνονται ένα με το χώρο: χωμένοι στη γωνιά τους, αποκομμένοι απ’ ό, τι μπορεί να θυμίζει τελικά αυτή η πόλη.

Που και που μ’ αρέσει να περνάω από αυτά τα καφέ και να κάθομαι για λίγο και να παρατηρώ, με διακριτικότητα πάντα, κι αυτή την πλευρά της Αθήνας. Σε ένα συγκεκριμένο, συνέπιπτε να συναντώ συνεχώς ένα άτομο σαν κι αυτά που περιέγραψα νωρίτερα.

Ήταν ένας άνδρας, γύρω στα πενήντα, καμπουριαστός με αδιάφορα χαρακτηριστικά, πολύ χλωμός –σχεδόν άχρωμος- και αρκετά αδύνατος. Φορούσε, συνήθως, τζιν παντελόνι και μαύρη μπλούζα. Πάντα μαύρη μπλούζα.

Έπινε, τις περισσότερες φορές, διπλό ελληνικό και κάπνιζε στριφτά τσιγάρα. Μάλλον ήταν χρόνιος καπνιστής, μιας και ο δείκτης και ο μέσος του ήταν κατακίτρινοι. Είχε πάντα μπροστά του τα γυαλιά της πρεσβυωπίας του, ένα μικρό σημειωματάριο και ένα μολύβι. Τον έβλεπα να παρατηρεί με ιδιαίτερη προσοχή τον κόσμο γύρω του και, πότε-πότε,  να βάζει τα γυαλιά του, να ανοίγει το τετραδιάκι του και να σημειώνει. Αυτές του οι κινήσεις ήταν που μου τράβηξαν περισσότερο το ενδιαφέρον.

Άρχισα να τον περιεργάζομαι. Σίγουρα ήταν ένας άνθρωπος όχι ιδιαίτερα καταβεβλημένος από τη ζωή, αν υπολογίσεις ότι οι γραμμές του προσώπου του ήταν ελάχιστες. Μπορεί βέβαια, απλά, να είχε καλό γονίδιο. Ήταν πάντα ευγενικός με τους σερβιτόρους. Όχι διαχυτικός. Αποστασιοποιημένα ευγενικός. Αλλά ήταν τόσο ανέκφραστος που δεν ήταν καθόλου εύκολο να ανακαλύψεις κάτι παραπάνω γι’ αυτόν.

Από μικρή συνήθιζα να πλάθω ιστορίες στη φαντασία μου παρατηρώντας τους ανθρώπους στους δρόμους, στα λεωφορεία, στο μετρό. Μ’ αυτόν εδώ, το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο τελικά.

Μετά από αρκετό καιρό που τον παρατηρούσα, δεν ξέρω γιατί, αρχίσαμε να χαιρετιόμαστε. Μια μέρα με ρώτησε αν γράφω. Κάτι ψέλλισα και έφυγα βιαστικά από το καφέ.

Έπειτα, όσες φορές ξαναπήγα, δεν ήταν εκεί. Έμαθα, τυχαία, από ένα σερβιτόρο, ότι ήταν συγγραφέας και του είχε πει ότι συνήθιζε να έρχεται στο συγκεκριμένο καφέ γιατί τον ενέπνεαν οι άνθρωποι που σύχναζαν εκεί.

«Να» μου λέει, «αυτό το χαρτάκι του έπεσε από την τσέπη του σακακιού του την τελευταία φορά που ήρθε εδώ και τον περιμένω από τότε για να του το επιστρέψω».

Το πήρα στα χέρια μου. Έγραφε: «Φορούσε, συνήθως, τζιν παντελόνι και μαύρη μπλούζα. Πάντα μαύρη μπλούζα».

Creative Commons License


This work is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.

Μελάνι

Στίχοι – Μουσική: Μαρία Μαθιουδάκη

Ενορχήστρωση: Απόστολος Καλτσάς

Εξέλιξη Συνθέσεων: Κώστας Παρίσσης – Απόστολος Καλτσάς

Διεύθυνση Παραγωγής: Απόστολος Καλτσάς – Κώστας Παρίσσης

Ηχοληψία – Μίξεις: Κώστας Παρίσσης

Μουσικοί: Κώστας Παρίσσης: ακουστική κιθάρα, μπουζούκι, κρουστά Απόστολος Καλτσάς: ηλεκτρικό μπάσο, τύμπανα, κρουστά, βιμπράφωνο Κωνσταντίνος Καρακατσάνης: βιολί

Τα χρόνια της βαμμένα με μελάνι

Σε μαύρο φόντο οι ζωγραφιές

Σ’ ένα γραφείο ξεχάστηκε για πάντα

Κι ας λέει πως είχε επιλογές


Περνάνε οι μέρες πάντα σαν αιώνες

Απ’ το παράθυρο κοιτά

Σημάδια από καρμπόν όλοι οι χειμώνες

Της βάφουν μαύρη την καρδιά


Στα όνειρά της όμως χρώματα φορά

Και ζωγραφίζει σ’ ένα κόκκινο καμβά

Τι κι αν θα πάει πάλι αύριο στη δουλειά

Κανένα όνειρο δεν έχει αφεντικά


Σε κόλλες Α4 σκυμμένη

Γράφει και σβήνει σιωπηλή

Τα χέρια χαραγμένα απ’ την πένα

Σαν τις μουτζούρες στο χαρτί


Στα όνειρά της όμως χρώματα φορά

Και ζωγραφίζει σ’ έναν κόκκινο καμβά

Τι κι αν θα πάει πάλι αύριο στη δουλεία

Κανένα όνειρο δεν έχει αφεντικά

«Υπακοή»

Τα φώτα τρεμοπαίζουνε των μακρινών κτιρίων.

Καπνοί καυσαερίων

της πόλης η οσμή.

Τα σκουριασμένα κάγκελα παλιών ξενοδοχείων

του έρωτα θυμίζουν

την αφή.

Κι εμείς θύτες και θύματα των ίδιων μαρτυρίων.

Η γεύση των δακρύων

την όραση απαιτεί.

Σαν να μη μάθαμε ποτέ την έννοια των ορίων

Ριγούμε όταν ακούμε:

«Υπακοή».

Creative Commons License


This work is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.

Παλιές Σημειώσεις

…ψαχουλεύοντας κάποιες παλιές σημειώσεις που δε φανταζόμουν με τίποτα ότι ήταν δικές μου, βρήκα ένα κείμενο για την Αθήνα, γραμμένο όταν πήγαινα ακόμα σχολείο και, μην τα πολυλογώ, συγκινήθηκα. Ίσως γιατί δεν πρόκειται ακριβώς για ένα κείμενο για την Αθήνα αλλά για μια φωτογραφία της στιγμής από ένα εφηβάκι που ζει στην Αθήνα, λίγο πριν τα χρόνια της κρίσης. Αποφάσισα, λοιπόν, να το μοιραστώ μαζί σας εδώ:

Οι μνήμες ξεθωριάζουν. Οι στιγμές φεύγουν και δεν ξανάρχονται. Τα χρόνια που περάσανε είναι σαν να μην τα ‘ζησα ποτέ και άλλοτε με βαραίνουν τόσο που δεν ξέρω αν τ’ αντέχω. Άνθρωποι πάνε κι έρχονται και χάνονται. Ξεχνάμε ή οι μνήμες μας είναι αποτέλεσμα όσων θα θέλαμε να θυμόμαστε; Και όσα ζήσαμε, όντως τα ζήσαμε ή είναι αυτά που θα θέλαμε να ζήσουμε; Οι μνήμες είναι όσα φανταστήκαμε ότι μας έφεραν εδώ.

Ακούω συχνά να λένε πως τίποτα δεν αλλάζει. Γεννιέσαι και πεθαίνεις και όλα τα’ άλλα δεν έχουν σημασία. Εγώ λέω πως όλα τ’ άλλα είναι που δίνουν το νόημα. Αλλιώς, τι κι αν είμαστε , τι κι αν δεν είμαστε. Τι κι αν αγαπάμε, τι κι αν προσπαθούμε, τι κι αν δημιουργούμε.

Είναι μέρες τώρα που δε γράφω. Είναι μέρες τώρα που δε ζω. Ξυπνάω μηχανικά, αγαπάω μηχανικά, πονάω μηχανικά, γελάω μηχανικά, κλαίω μηχανικά. Αργοπεθαίνω μηχανικά. Είναι μέρες τώρα που δεν υπάρχω.

Ο κόσμος πάει κι έρχεται στους δρόμους. Τους βλέπω να τρέχουν κάθε μέρα για να προφτάσουν. Τι; Δεν ξέρω. Σε βάζουν να τους ακολουθείς. Έμαθα να τους ακολουθώ. Κι έμαθα να μην υπάρχω.

Πόσα χάνουμε, αλήθεια, κάθε μέρα επειδή απλά δεν έχουμε μάθει να παρατηρούμε γύρω μας. Σήμερα, σε μια πλατεία όλη η ομορφιά της πόλης εμφανίστηκε μπροστά μου. Σε μια πλατεία γεμάτη φθινοπωρινά φύλλα κι ένα όμορφο αεράκι που μύριζε χειμώνα όλα φαντάζανε αλλιώς. Είδα την πραγματικότητα. Όλα είναι όπως εμείς θέλουμε να τα βλέπουμε. Όπως εμείς μάθαμε να τα βλέπουμε. Όπως μας έμαθαν να τα βλέπουμε.

Creative Commons License


This work is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.

Στο Μετρό

«Pentagon Metro» by Blake Patterson is licensed under CC BY 2.0 CC BY 2.0

Κατεβαίνεις δέκα-δέκα τα σκαλιά

Να προλάβεις το μετρό στην Αλεξάνδρας

Είναι Σάββατο και φεύγεις για δουλειά

Στο βαγόνι σε στριμώχνει κάποιος άνδρας


Στην επόμενη τη στάση ευτυχώς

Κατεβαίνει κι εσύ φτιάχνεις το φουστάνι

Δε σε μάθανε ν’ αρνείσαι δυστυχώς

Καθρεφτίζεσαι στις πόρτες και σου φτάνει


Κι επειδή τους μοιάζεις ξένη, πιθανόν,

Μια ταυτότητα για θέματα ρουτίνας

Σου ζητάνε, δεν αλλάζει, ως γνωστόν

Η ζωή μες στα υπόγεια της Αθήνας


Είναι Σάββατο και μέσα στο μετρό

Μια γυναίκα με το χέρι απλωμένο

«Είν’ ο άντρας μου στον Ευαγγελισμό»

Σου φωνάζει με το πρόσωπο θλιμμένο


Και στο Σύνταγμα αλλάζεις το συρμό

Οι ματιές αγριεμένες σε κοιτάνε

Μια παρέα ρίχνει κάτω έναν κουτσό

Φεύγουν δείχνοντας εσένα και γελάνε


Είναι Σάββατο και φτάνεις στη δουλειά

Πληρωμένο, στα κρυφά, θα δώσεις, χάδι

Στην Ομόνοια ανεβαίνεις τα σκαλιά

Τελευταίο θα ‘ναι, λες, κι αυτό το βράδυ

Creative Commons License


This work is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.

Μόνο η Αράχνη

«Spider Web» by Brian W. Tobin is licensed under CC BY-NC-ND 2.0 CC BY-NC-ND 2.0

Μόνο η αράχνη στο ταβάνι

Μπορεί να σου μιλήσει για φαντάσματα

Όταν ξυπνάς

Παραπατάς

Όμως δεν τα παρατάς

Κι ας χάνεται απ’ τα πόδια σου η γη..

……………………………………..

Η φωνή σου όταν χαράζει

Σε τρομάζει

Πόσο μοιάζει

Με αποχαιρετισμό

Μιας ηλικίας που δεν έχει γυρισμό

Μια συνάντηση, δυο λέξεις, δυο κλειδιά

Ένα φιλί στα πεταχτά

Δυο εισιτήρια που κόπηκαν στη μέση

Μα μόνο η αράχνη στο ταβάνι

Μπορεί να σου μιλήσει για φαντάσματα

Πού να τρέξεις να σωθείς

Κι αν χαθείς

Άραγε θα νοιαστεί κανείς;..

……………………………………..

Η σιωπή το μεσημέρι

Σε συμφέρει

Στο τραπέζι το μαχαίρι

Και στο πάτωμα λεκές

Ένας καφές

Να στάζει

Δεν πειράζει

Και οι γλάστρες να ‘χουν πέσει απ’ το περβάζι

Και μόνο η αράχνη στο ταβάνι

Να μπορεί να σου μιλήσει για φαντάσματα

Είναι τα πόδια ή το πάτωμα που τρέμει;

Φυσάει αλλιώτικο μελτέμι

Τι μυστήριο..

Λήξη στο σιωπητήριο..

……………………………………..

Και σιγά-σιγά νυχτώνει

Το σκοτάδι που απλώνει

Μες στο βράδυ

Σαν σημάδι

Δε θα δεις που ξημερώνει

Ο αέρας δηλητήριο

Και το κύμα κοιμητήριο

Μόνο η αράχνη στο ταβάνι

Θα μπορεί να μιλήσει για τα φαντάσματα

Και δεν ξυπνάς

Τα παρατάς

Μια συνάντηση, δυο λέξεις, δυο κλειδιά

Ένα φιλί στα πεταχτά

Και δυο εισιτήρια σκισμένα να βουλιάζουν..

Creative Commons License


This work is licensed under a Creative Commons Attribution 4.0 International License.